Ο Μέγας Αντώνιος, ο κορυφαίος των ασκητών της αρχαίας Εκκλησίας, παρόλο που έμενε πάντα στην έρημο, ήταν όνομα γνωστό στην τότε οικουμένη. Ακόμη κι ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος είχε μάθει για την αρετή του και τον θαύμαζε από μακριά. Μια μέρα λοιπόν, του στέλνει βασιλικό γράμμα, όπου του εξέφραζε τον θαυμασμό του. Ο Μέγας Αντώνιος, σαν το έλαβε και το διάβασε, έμεινε ατάραχος. Οι μοναχοί όμως που ζούσαν γύρω του θεώρησαν το γεγονός αυτό σπουδαίο. Ήταν περίεργοι να μάθουν τι έγραφε o αυτοκράτορας στον Άγιο και πώς θα μπορούσαν κι αυτοί ν’ αξιωθούν ενός τέτοιου γράμματος.

Ο Αντώνιος όμως τους φώναξε και τους λέει:
   – Τι είναι το γράμμα ενός ανθρώπου μπρος σ’ εκείνο που μας άφησε ο Θεός; Μπορεί να συγκριθεί σε αξία το πρώτο με το δεύτερο;
– Μα ποιο είναι το γράμμα που μας άφησε ο Θεός; Τον ρωτούν.
– Το Ιερό Ευαγγέλιο, ο γραπτός λόγος του Ιησού Χριστού, τους απαντά. Τι καλύτερο μπορεί ένας επίγειος βασιλιάς να μας πει απ’ ό,τι μας λέει ο Βασιλιάς των Ουρανών, ο Κύριός μας;

Η ίδια παρατήρηση θα μπορούσε να γίνει σήμερα για πολλούς χριστιανούς, που αμελούν την ανάγνωση του ιερού Ευαγγελίου και χάνουν ώρες διαβάζοντας άλλα ανώφελα ή και ανήθικα κείμενα.