Σάββατο, 4:00 μ.μ., αίθουσα Κατηχητικού.

Τα παιδιά κάθονταν σιωπηλά στις θέσεις τους.

Λίγα λεπτά έμεναν ακόμη για το τέλος της συνάντησής τους στο Κατηχητικό.
Το σημερινό θέμα; Η Θεία Κοινωνία.

Τα περισσότερα παιδιά, αν όχι όλα, είχαν ακούσει γι’ αυτό. Για δες όμως, είχαν έρθει να το ακούσουν ξανά. Ο Νίκος, γνωστός μπαλαδόρος της παρέας, ο Θοδωρής με τα χιλιάδες ανέκδοτα, ο Γιώργος και ο Δημήτρης που ήταν αχώριστοι, ο Μιχάλης, και μερικοί ακόμη ήταν εδώ. Τελειώνοντας, ο κατηχητής τούς προέτρεψε, εφόσον είχαν εξομολογηθεί, να κοινωνήσουν όλοι μαζί την επόμενη μέρα, που ήταν Κυριακή. Το μάθημα είχε φτάσει στο τέλος του. Όλοι σηκώθηκαν. Ο Θοδωρής φαινόταν λίγο βιαστικός, οπότε χαιρέτησε όλους κι έφυγε. Ο Γιώργος με τον Δημήτρη σαν να ψιθύριζαν και να κανόνιζαν κάτι μεταξύ τους. Ο Μιχάλης δανειζόταν ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη της αίθουσας. Ο Νίκος έφυγε αμέσως, όταν ένα άλλο παιδί τον φώναξε για ποδόσφαιρο.

– Έρχομαι, του απάντησε και ξεκίνησε να τρέχει.

Σάββατο, 9:30 μ.μ., σπίτι Γιώργου.

Το δάχτυλό του χτυπούσε ανυπόμονα το κουδούνι του σπιτιού. Τα πόδια του χοροπηδούσαν, λες και πατούσε σε αναμμένα κάρβουνα. Τελικά ακούστηκε ένα “κλακ” και η πόρτα άνοιξε.

– Άντε ρε, Γιώργο, περίμενα σχεδόν δέκα λεπτά έξω απ’ την πόρτα!

– Σιγά μωρέ, Δημήτρη, πώς κάνεις έτσι; Στις 22:00 δεν αρχίζει η χοροεσπερίδα;

– Ναι, αλλά πάγωσα τόσην ώρα μες στο κρύο. Τα καλά μου ρούχα δεν είναι και πολύ ζεστά. Λοιπόν, πάμε;

– Φύγαμε!

Σάββατο, 11:45 μ.μ., σπίτι Θοδωρή.

Έφαγε το βραδινό φαγητό του τόσο γρήγορα, που οι γονείς του απόρησαν. Έτρεξε στο δωμάτιό του και έκλεισε την πόρτα. Σχεδόν τρεις ώρες μετά, ήταν ακόμα εκεί. Μόνο που το δωμάτιο δεν ήταν σκοτεινό κι ας ήταν κλειστό το φως. Η οθόνη του υπολογιστή που ήταν ανοιχτή, έριχνε το φως της στο πρόσωπο του Θοδωρή. Τα δάχτυλά του εναλλάσσονταν και πατούσαν τα πλήκτρα του πληκτρολογίου με μεγάλη ταχύτητα. Ο χρόνος φαινόταν να έχει παγώσει και στο μυαλό του κυριαρχούσε μονάχα ένα πράγμα: να τερματίσει το ηλεκτρονικό παιχνίδι που έπαιζε.

Σάββατο, 10:00 μ.μ., σπίτι Νίκου.

Τα μάτια του κινιόντουσαν σπασμωδικά παρατηρώντας το σκοτάδι που απλωνόταν τώρα στο δωμάτιό του. Το σώμα του στριφογύριζε πάνω στο κρεβάτι, κάνοντάς το να τρίζει. Ο Νίκος ήταν σε ένταση, ήταν αρκετά θυμωμένος και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Είχε τσακωθεί με τους γονείς του για τους κακούς βαθμούς που πήρε στο σχολείο και στο φροντιστήριο. Η αλήθεια είναι πως αφιερώνει λίγο χρόνο στο διάβασμα. Μέσα στην εβδομάδα εκτός από το φροντιστήριο πηγαίνει και ποδόσφαιρο. Όμως δεν είναι μόνον αυτό. Τις μέρες που δεν έχει προπόνηση, κανονίζει με τους φίλους του και παίζουν στο γηπεδάκι της γειτονιάς. Πού χρόνος για διάβασμα. Και καθώς τα σκεφτόταν όλα αυτά, ύστερα από αρκετή ώρα, τον πήρε ο ύπνος.

Σάββατο, 9:00 μ.μ., σπίτι Μιχάλη.

Τελειώνοντας έκλεισε το βιβλιαράκι, το ακούμπησε στη βιβλιοθήκη και πήγε να ξαπλώσει. Είχε διαβάσει λίγο από την ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως, που είχε δανειστεί σήμερα από το Κατηχητικό. Αύριο θα κοινωνούσε. Ανυπομονούσε να ξημερώσει. Δεν έχασε παραπάνω καιρό. Έβαλε το ξυπνητήρι, τυλίχτηκε γρήγορα κάτω από το πάπλωμα και έκλεισε τα μάτια.

Η συνέχεια εδώ…