Την επόμενη μέρα, Κυριακή πρωί.

Μέσα στον ναό επικρατούσε απόλυτη ησυχία.

Μόνον οι ψάλτες ακούγονταν. Ήταν η ακολουθία του όρθρου. Στον Μιχάλη άρεσε ιδιαίτερα αυτή η γαλήνη που επικρατούσε.

Είχε έρθει από νωρίς. Το ξυπνητήρι που είχε βάλει τελικά δεν του χρειάστηκε, αφού ξύπνησε μόνος του. Ήρθε και στάθηκε εκεί που τους είχε πει ο κατηχητής τους, που τώρα στεκόταν μπροστά του. Ο ίδιος είχε στραμμένη ήδη τη σκέψη του σε αυτό που θα ακολουθούσε και προσευχόταν.

Η ώρα περνούσε και η Θεία Λειτουργία είχε πλέον ξεκινήσει. Για δες, ξαφνικά μια μεγάλη μύγα πετά πάνω από τα κεφάλια των πιστών. Περνάει σχεδόν απαρατήρητη. Ο Θοδωρής όμως, που τελικά κατάφερε και ήρθε στην εκκλησία, την πρόσεξε. Το πέταγμά της και οι ελιγμοί της τον ενθουσίασαν. Την φαντάστηκε να μεταμορφώνεται σε πολεμικό αεροπλάνο και να πυρπολεί τους όρθιους γίγαντες. Ναι, η σκέψη του δεν είχε ξεκολλήσει από το ηλεκτρονικό παιχνίδι. Ήρθε στην εκκλησία, αλλά δυστυχώς δεν μπορούσε να καταλάβει τι γίνεται εκεί και μάλιστα το τι θα ακολουθούσε σε λίγο.

Δίπλα στον Θοδωρή ήταν και ο Νίκος. Είχε έρθει μαζί με τους γονείς του στην εκκλησία, παρόλα αυτά δεν είχαν ανταλλάξει ούτε κουβέντα στον δρόμο. Ήταν ακόμα θυμωμένος μαζί τους, ένιωθε πως δεν τον καταλάβαιναν. Και τότε, μια ηλικιωμένη κυρία ήρθε μπροστά του και τον παρακάλεσε να καθίσει στη θέση του. «Τέλεια, αυτό μου έλειπε τώρα», σκέφτηκε. Παραχώρησε τη θέση του κάπως βαριεστημένα.

Κάπως έτσι, ήρθε η πιο σημαντική στιγμή: η Θεία Κοινωνία. Τα παιδιά προχώρησαν, για να μεταλάβουν. Όλοι κοινώνησαν ή καλύτερα, όσοι ήταν εκεί. Ο Γιώργος και ο Δημήτρης δεν τα κατάφεραν. Το χθεσινό ξενύχτι δεν τους επέτρεψε να σηκωθούν. Ο Δημήτρης βέβαια ήρθε, αλλά μετά την απόλυση. Βλέποντας τους άλλους εκεί, μετάνιωσε για τη χθεσινή επιλογή του που τον κράτησε μακριά από το Άγιο Ποτήριο. «Την επόμενη φορά θα είμαι», σκέφτηκε. Βγαίνοντας από τον ναό, έδωσαν ραντεβού για το απόγευμα στην αίθουσα. Και συζητούσαν τα παιδιά έξω από την εκκλησία, καθώς απομακρύνονταν. Και η ατμόσφαιρα είχε «άρωμα» Χριστού. Αυτό το άρωμα που αφήνει ο Χριστός στις καρδιές των ανθρώπων, που είναι το πιο ευχάριστο και ευωδιαστό απ’ όλα τα αρώματα της γης. Μόνον που για να διατηρηθεί και να μη σκορπίσει από τους δυνατούς «ανέμους», δηλαδή τις επιθέσεις του πονηρού, χρειάζεται προσοχή και αγώνας.

Αργότερα…

Κάθε παιδί πήρε τον δρόμο για το σπίτι του. Ο Θοδωρής σκεφτόταν το απογευματινό ραντεβού που έδωσε με τα παιδιά. Μέσα του γινόταν μια μάχη. Η ευκαιρία για γνήσια ψυχαγωγία τού δινόταν απλόχερα. Έφτασε στο σπίτι. Μετά το μεσημεριανό, πήγε στο δωμάτιό του και έκλεισε την πόρτα. Το αποφάσισε. Το απόγευμα θα καθόταν σπίτι να συνεχίσει το παιχνίδι. Οι φίλοι του μάταια θα τον περίμεναν στην αίθουσα. Ο Νίκος καθώς έφτασε στο σπίτι, οι γονείς του τον πλησίασαν. Ήθελαν να δώσουν ένα τέλος στον χθεσινό τσακωμό και να κάνουν μια νέα αρχή. Του μίλησαν ήρεμα, στοργικά. Ο Νίκος όμως τους κράταγε μούτρα, δεν ήθελε να τους μιλήσει. Μέσα του ήξερε ότι αυτό δεν είναι σωστό, όμως ο εγωισμός του δεν τον άφηνε. Ο Μιχάλης, απ’ την ώρα που χωρίστηκε απ’ τα υπόλοιπα παιδιά, δε σταμάτησε να σκέφτεται. Ένιωθε τον Χριστό μέσα του και αυτό τον γέμιζε χαρά και γαλήνη. Όποια δυσάρεστη σκέψη τού ερχόταν στο μυαλό, την έδιωχνε αμέσως. Είχε πολλή διάθεση για αγώνα, για προσφορά. Η αγάπη του Θεού τον είχε πλημμυρίσει. Από σήμερα όλα πήραν στροφή προς το καλύτερο.

Συμπέρασμα

Όταν ένας σπόρος πέφτει στη γη, το αν θα καρποφορήσει ή όχι εξαρτάται από το έδαφος που θα συναντήσει, αν είναι εύφορο ή άγονο. Αν πέσει σε «καλή γη», σε ταπεινή, απλή, πιστή ψυχή, τότε θα δώσει πλούσιους τους καρπούς των αρετών.

Έτσι και η Θεία Κοινωνία προσφέρει ανάλογα τους καρπούς και τις ευεργεσίες της σε όσους καλώς αγωνίζονται και προσέρχονται σ’ αυτήν «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης».